ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
Α. ΚΕΙΜΕΝΟ: «Το πιο γλυκό ψωμί» – Λαϊκό παραμύθι
Κάποτε ήταν ένας πλούσιος βασιλιάς, πολύ πλούσιος, που ό,τι επιθυμούσε η
καρδιά του το ’χε. Όλα τα είχε, και τον έλεγαν ευτυχισμένο, ώσπου έπαθε μια
παράξενη ανορεξία και δεν είχε όρεξη να βάλει τίποτα στο στόμα του. Σιγά σιγά
αδυνάτιζε, κι άρχισε να γίνεται γκρινιάρης και παράξενος. Πολλοί γιατροί επήγαιναν
και τον έβλεπαν, μα τα γιατρικά τους τίποτα δεν μπορούσαν να του κάμουν. Η
ανορεξία του βασιλιά όλο και κρατούσε, κι εκείνος έρεβε μέρα με την ημέρα. Τίποτα
δε λιμπιζόταν να φάει
.
ούτε «του πουλιού το γάλα», που λέει ο λόγος.
Οπού κάποια μέρα, έτυχε να περνάει από το παλάτι του ένας ασπρομάλλης
γέροντας φτωχός, που ήτανε όμως σοφός κι ήξερε από γιατρικά. Του είπανε λοιπόν
για το βασιλιά, κι ανέβηκε να τον δει. «Μήπως κουράζεσαι, βασιλιά μου;», τον
ρώτησε. «Τι λες, γιατρέ μου», του λέει ο βασιλιάς. «Όλη μέρα ξαπλωμένος απάνου
στο θρόνο μου, ούτε το μικρό μου δαχτυλάκι δεν κουνώ». «Μήπως έχεις έγνοιες και
σκοτούρες για το λαό σου;» «Όχι, κάθε άλλο. Εγώ ζω ξέγνοιαστος, και καρφάκι δε
μου καίεται για κανέναν!» «Μήπως επιθύμησες ποτέ σου κάτι και δεν μπόρεσες να το
’χεις;» «Ούτε κι αυτό! Βασιλιάς είμαι, κι ό,τι γυρέψω, το βλέπω μπροστά μου!…».
Σκέφτηκε, σκέφτηκε λίγο ο γέροντας, υστέρα γυρίζει και λέει του βασιλιά:
«Άκουσε, βασιλιά μου: Καθώς βλέπω, δεν έχεις τίποτα σοβαρό. Εκείνο που φταίει
και δεν έχεις όρεξη να τρως, είναι το ψωμί που σου δίνουν στο παλάτι! Να διατάξεις
να σου φέρουν να φας το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου. Αν μπορέσεις να το ’χεις
αυτό, τότε θα γιατρευτείς!».
Από την ίδια μέρα ο βασιλιάς έδωσε διαταγή στους φουρναραίους του
παλατιού να ζυμώσουν και να του ψήσουν «το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου!».
Έπεσαν με τα μούτρα στη δουλειά οι ψωμάδες σ’ όλο το βασίλειο, ποιος θα κάμει στο
βασιλιά το πιο γλυκό ψωμί! Ζύμωσαν με ζάχαρη κι ανθόγαλα κάθε λογής ψωμιά και
του τα ’φεραν στο παλάτι να τα δοκιμάσει. Μα κανένα απ’ όλα εκείνα τα ψωμιά δεν
άνοιγε την όρεξη στο βασιλιά. Ούτε κι ήθελε να τα φάει. Το να του μύριζε, τ’ άλλο
του βρομούσε. Ώσπου μια μέρα, έξω φρενών ο βασιλιάς, έστειλε ανθρώπους του να
πάνε να βρούνε το γέροντα και να τον ξαναφέρουνε μπροστά του. Έτσι λοιπόν κι
έγινε.
Θα σε κρεμάσω, που με ξεγέλασες!», του φώναξε ο βασιλιάς μόλις τον είδε.
«Γιατί, βασιλιά μου;», τον ρώτησε ο γέροντας. «Γιατί το γλυκό ψωμί, που είπες να
μου φτιάξουνε να φάω, δε μου έκαμε τίποτα!» «Μπα;», έκαμε ο γέροντας. «Φαίνεται
πως το ψωμί που σου ζύμωσαν, δεν ήταν τόσο γλυκό όσο έπρεπε!» Ο βασιλιάς ήταν
πάλι έτοιμος ν αγριέψει, μα είδε το γέρο που κάτι συλλογιζότανε, και περίμενε.
«Άκουσε, βασιλιά μου», του λέει ο γέροντας ύστερ’ από λίγο. «Αν θέλεις να
δοκιμάσεις στ’ αληθινά το ψωμί που θα σε γιατρέψει, πρέπει να ’ρθεις μαζί μου για
τρεις μέρες μονάχα και να κάνεις ό,τι σου λέω. Αν δε γίνεις καλά, είσαι ελεύτερος να
μου πάρεις το κεφάλι!»
Κι ο βασιλιάς, παιδί μου, θέλοντας και μη, δέχτηκε να πάει μαζί με τον παρά-
ξενο γέροντα, εκεί που του ’λέγε. Φόρεσε κι αυτός φτωχικά ρούχα, ποδέθηκε
παλιοπάπουτσα, πήρε κι ένα μπαστούνι στα χέρια του κι έφυγε κρυφά από το
παλάτι, μακριά, κι επήγανε στον κάμπο, εκεί που καθόταν ο γέροντας, σε μια
καλύβα, μέσα σ’ ένα χωράφι σπαρμένο.
Ξημερώνοντας, έδωκε ο γέροντας στο βασιλιά ένα δρεπάνι και του λέει: «Έλα
να θερίσουμε!». Έπιασε ο βασιλιάς και θέριζε μες στο λιοπύρι ολάκερη μέρα. Έκαμε
καμιά σαρανταριά δεμάτια στάχυα. Ήρθε το βράδυ, πέσανε ξεροί να κοιμηθούνε.
Ούτε φαΐ όλη μέρα, ούτε τίποτα. Έμενε, βλέπεις, κι ο γέροντας νηστικός.
Page 2
Την άλλη μέρα, πρωί πρωί, ξύπνησε ο γέροντας το βασιλιά και του λέει:
«Σήκω τώρα, να πάρουμε όλ’ αυτά τα δεμάτια, να τα πάμε στ’ αλώνι να τ’
αλωνίσουμε!». Κουβάλησε στην πλάτη του ο βασιλιάς περσότερ’ από τα μισά, κι
ύστερα όλη μέρα, γκαπ γκουπ, τα κοπάνιζε με το δάρτη, ώσπου κάμανε το στάρι
σωρό, τ’ ανεμίσανε και το βάλανε στο σακί. Κι όλη μέρα την περάσανε πάλε έτσι,
νηστικοί κι οι δυο τους, μόνο λίγο νερό ήπιανε από τη στέρνα, που ήτανε κοντά
στην καλύβα. Πέσανε πάλι κουρασμένοι το βράδυ και κοιμηθήκανε.
Την τρίτη μέρα, το χάραμα, ο γέροντας σήκωσε το βασιλιά: «Ξύπνα», του λέει,
«τώρα να πάμε το στάρι μας στο μύλο να τ’ αλέσουμε! Πάρ’ το εσύ στην πλάτη σου,
γιατί εγώ δεν μπορώ, και πάμε εκεί στην κορφή του βουνού, που ’ναι ο μύλος».
Τι να κάμει ο βασιλιάς, αφού έτσι ήτανε η συφωνία, φορτώνεται το σακί στην
πλάτη, και κουρασμένος κι ελεεινός το κουβάλησε στην κορφή. Τώρα αρχίνησε και
να πεινάει, μα δεν έλεγε ακόμα τίποτα.
Αλέσανε το στάρι τους, και για να μην τα πολυλογούμε, γυρίσανε κατά το
μεσημέρι στην καλύβα, πάλι ο βασιλιάς φορτωμένος τ’ αλεύρι. «Έλα τώρα να
ζυμώσουμε», του λέει ο γέρος. Ξεχώρισε ως δέκα λίτρες αλεύρι, το ’ρίξε στη σκάφη
κι έβαλε το βασιλιά να ζυμώνει. Ύστερα τον έστειλε στο λόγγο να κόψει ξύλα, κι
αργά κατά το βράδυ βάλανε κι εκάψανε το φούρνο, για να ψήσουνε 3-4 καρβέλια. Ο
βασιλιάς τώρα πεινούσε κι επερίμενε πότε να ψηθούν τα ψωμιά, για να φάει! Μα πιο
πολύ τα λιμπιζόταν, όταν άρχισε να βγαίνει από το φούρνο η μυρωδιά τους. «Πεινάω
πολύ», λέει του γέρου. «Περίμενε και θα φας!», του απάντησε κείνος.
Σε λίγο βγήκανε τα καρβέλια, αχνιστά και ροδοψημένα. Σαν πεινασμένος
λύκος τότε ο βασιλιάς άρπαξε το καρβέλι, το έκοψε με τα χέρια του κι άρχισε να
τρώει. Μα με την πρώτη μπουκιά που κατάπιε, το πρόσωπό του έγινε κόκκινο από
χαρά και φώναξε: «Μάλιστα! Αυτό είναι το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου! Κι όμως
ούτε μια κουταλιά ζάχαρη δεν έριξα στο ζυμάρι του!». Τότε ο γέροντας χαμογέλασε
και του είπε: «Βασιλιά μου, πρέπει να ξέρεις πως η ζάχαρη του ψωμιού σου ήταν ο
ιδρώτας που έχυσες για να το φτιάξεις. Τώρα είσ’ ελεύτερος να ξαναπάς στο παλάτι
σου. Κοίτα μονάχα να δουλεύεις αποδώ κι εμπρός, και θα δεις πως η όρεξη δε θα
σου λείψει».
Ο βασιλιάς ακολούθησε την ορμήνεια του γέροντα, κι όταν γύρισε στο παλάτι
του, δούλευε κάθε μέρα για το λαό του, εκατέβαινε και στον κήπο του γι’ άλλες
δουλειές, κι από τότε γιατρεύτηκε από την ανορεξία κι έτρωε καλά, που μακάρι να
τρώαμε κι εμείς έτσι!
Νεοελληνικά λαογραφικά κείμενα, επιμέλεια Δ. Λουκάτος. Βασική Βιβλιοθήκη, Ζαχαρόπουλος
Β. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
1. Η υπόθεση του παραμυθού εκτυλίσσεται πάνω στα εξής επιμέρους θέματα-
μοτίβα: πρόβλημα- συμβουλή- δοκιμασία- ικανοποίηση. Να αναφέρετε το
περιεχόμενο του καθενός από αυτά.
Μονάδες 5
2. α) Να χωρίσετε το κείμενο που σας δόθηκε σε ενότητες και να γράψετε ένα
πλαγιότιτλο για καθεμιά από αυτές.
Μονάδες 2,5
β) Ποιους από τους παρακάτω αφηγηματικούς τρόπους -αφήγηση, περιγραφή,
διάλογο, μονόλογο- εντοπίζετε στο κείμενο; Δώστε ένα παράδειγμα για τον
καθένα.
Page 3
Μονάδες2,5
3. α) Ένα από τα γνωρίσματα της λαϊκής αφήγησης είναι ότι γίνεται μπροστά σε
ακροατήριο γι’ αυτό και διατηρεί τη ζωντάνια του προφορικού λόγου. Βρείτε
μέσα στο παραμύθι πέντε σημεία που επαληθεύουν αυτή την παρατήρηση.
Μονάδες2,5
β) Στο κείμενο που σας δόθηκε να βρείτε δυο εικόνες, δυο μεταφορές και
μια παρομοίωση.
Μονάδες 2,5
4. Περιγράψτε τους δυο ανθρώπινους χαρακτήρες του παραμυθιού, το βασιλιά
και το γέροντα, κάνοντας αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία του κειμένου.
Μονάδες 5
ΚΕΙΜΕΝΟ: «Ο Κωνσταντής»(Λίτσα Ψαραύτη)
Σελ. 165 ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ1) Να αποδώσετε περιληπτικά το περιεχόμενο του κειμένου σε δέκα γραμμέςπερίπου. (ΜΟΝΑΔΕΣ 5)
2) Να χωρίσετε το κείμενο σε θεματικές ενότητες και να δώσετε έναν πλαγιότιτλοστην καθεμιά. (ΜΟΝΑΔΕΣ 5)
3
α) Να εντοπίσετε σε ποιο σημείο του κειμένου το ύφος γίνεται ειρωνικό και να το. αιτιολογήσετε.
β) Να βρείτε το είδος των παρακάτω εκφραστικών μέσων: -τα αυτοκίνητα χιμούσαν-τα κουτιά με τα παιχνίδια, τα κόκκινα βελουδένια αβγά, τα σοκολατένιαλαγουδάκια- η καρδιά της λαχτάρησε- το φεγγάρι, ασημένιο- το φεγγάρι … κυνηγιόταν με τα σύννεφα στον ουρανό(ΜΟΝΑΔΕΣ 5)
4)Τι είδους σκέψεις και συναισθήματα οδήγησαν τη γυναίκα να ανοίξει το σπίτι τηςκαι την καρδιά της στο μικρό Κωνσταντή; Να τη χαρακτηρίσετε. (ΜΟΝΑΔΕΣ 5)
Α. ΚΕΙΜΕΝΟ: «Η έξοδο» Γιάννη Βλαχογιάννη
Β. ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
1. Να αποδώσετε περιλιπτικά το περιεχόμενο του κειμένου σε δέκα (10) σειρές.
2. α) Να χωρίσετε σε ενότητες το διήγημα και να γράψετε έναν πλαγιότιτλο για τηνκαθεμιά. β) Ποιους αφηγηματικούς τρόπους χρησιμοποιεί ο συγγραφέας; Τεκμηριώστε μεβάση το κείμενο.
3. α) Να σχολιάσετε τη γλώσσα του Γιάννη Βλαχογιάννη στο πεζοτράγουδο μεσυγκεκριμένες αναφορές. β) «Το Μεσολόγγι τώρα…σαν άλλου κόσμου πλάσμα»: Ποια τα εκφραστικά μέσατου αποσπάσματος; Να δώσετε ένα πράδειγμα για το καθένα.
4. Να δείξετε ότι η μάνα είναι τραγική και ταυτόχρονα ηρωική μορφή.