ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ Β ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΚΕΙΜΕΝΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ
ΚΕΙΜΕΝΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ
ΓΡΑΠΤΕΣ ΑΝΑΚΕΦΑΛΑΙΩΤΙΚΕΣ ΠΡΟΑΓΩΓΙΚΕΣ & ΑΠΟΛΥΤΗΡΙΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ
ΜΑΪΟΥ-ΙΟΥΝΙΟΥ 2008
ΤΑΞΗ :Β
ΕΞΕΤΑΖΟΜΕΝΟ ΜΑΘΗΜΑ : ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ( από μετάφραση )
ΕΙΣΗΓΗΤΕΣ :
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ : 28 / 5 / 2008
ΘΕΜΑΤΑ
Α΄ ΚΕΙΜΕΝΟ : Από το βιβλίο της Β΄ Γυμνασίου Κ.Ν.Λ. σελ. 206, Μαρίας Ιορδανίδου
«Στην εποχή του τσιμέντου και της πολυκατοικίας»
Β΄ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
1. « Έχασαν οι Ρωμιοί τη ρωμιοσύνη τους». Αφού διαβάσετε όλη την παράγραφο σχολιάστε τη
σημασία αυτής της φράσης. ( Μονάδες 5 )
2. α) Να χωρίσετε το κείμενο σε ενότητες και να γράψετε πλαγιότιτλους.
β) Ποιους αφηγηματικούς τρόπους διακρίνετε στο απόσπασμα;
( Μονάδες 5 )
3. α) Να εντοπίσετε στο κείμενο πέντε σχήματα λόγου.
β) Να περιγράψετε τον τρόπο ζωής στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις βασιζόμενοι σε λέξεις του
κειμένου. ( Μονάδες 5 )
4. α) Πώς χαρακτηρίζετε την αφηγήτρια από την παρέμβασή της στην ανατροφή του παιδιού του
διπλανού διαμερίσματος;
β) Γιατί η συγγραφέας πιστεύει ότι η σημερινή γυναίκα δεν αγαπά το σπίτι της;
( Μονάδες 5 )
Ο ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΟΙ ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΕΣ ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΕΣ

Tags:
2 Responses to “ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ Β ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΚΕΙΜΕΝΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ”
  1. ΠΡΟΑΓΩΓΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣΒ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΚΕΙΜΕΝΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ
    ΚΕΙΜΕΝΟ:

    ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ « Πάσχα τ’ Απρίλη»

    ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ:
    1. Ποια ήταν τα συναισθήματα του αφηγητή στην παιδική του ηλικία( με αναφορές στο κείμενο) και που οφείλεται η αλλαγή των συναισθημάτων του στην εφηβική ηλικία ; 2.
    Από ποια οπτική γωνία γίνεται η αφήγηση και ποια είναι τα χρονικά επίπεδα της αφήγησης; μ53. Να βρείτε οπτικές, ακουστικές, οσφρητικές εικόνες και να δείξετε τη λειτουργία τους στο κείμενο. μ54.
    Να εντοπίσετε στο κείμενο τα σημεία όπου ο αφηγητής αναφέρεται στην γιαγιά Αγγελούδω και να την χαρακτηρίσετε με βάση αυτά τα χωρία. μ5

  2. ΘΕΜΑΤΑ ΓΡΑΠΤΩΝ ΠΡΟΑΓΩΓΙΚΩΝ ΕΞΕΤΑΣΕΩΝ ΠΕΡΙΟΔΟΥ ΜΑΪΟΥ-ΙΟΥΝΙΟΥ 2008
    ΤΑΞΗ: Β΄ Γυμνασίου
    ΜΑΘΗΜΑ: Νεοελληνική Γραμματεία
    ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ: ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 05/06/2008Α.
    Κείμενο: Μένη Κουμανταρέα: «Γραφείον ευρέσεως εργασίας» Την άλλη μέρα ξύπνησε πρωί, ελαφρύς σαν πούπουλο. Πλύθηκε, ντύθηκε, άρπαξε μια φέτα βουτυρωμένο ψωμί και χύθηκε στους δρόμους.
    Περπάτησε με το κεφάλι ψηλά, χαμογέλασε στο φούρναρη που τον καλημέρισε κι έστειλε στον κουρέα του ένα φιλικό χαιρετισμό-γρήγορα θα τον είχε πάλι πελάτη.
    Βάδισε κάμποσο, ώσπου βγήκε στη λεωφόρο. Τα δέντρα εκεί πρασίνιζαν, κουρεμένα και φυτεμένα με τάξη πάνω στο πεζοδρόμιο, κρατώντας το ένα τον ώμο τ’ αλλουνού, σαν στοιχισμένοι μαθητές την ώρα της γυμναστικής. Χάρηκε που ο δρόμος στις γωνιές δεν είχε αποθηκέψει σκουπίδια. Φαντάστηκε τους σκουπιδιάρηδες άγγελους να δροσίζουν το πρόσωπο της πολιτείας με φρέσκο ποτιστικό νερό.
    To φως της μέρας ήταν πεντακάθαρο, λες και το είχαν αλλάξει σήμερα. Περνούσε πάνω στο μάγουλο του δρόμου σαν ακονισμένο ξυράφι. Τ’ αυτοκίνητα φαρδιά, με καλογυαλισμένα φτερά και συντηρημένες λαμαρίνες, κυλούσαν πάνω στην άσφαλτο χωρίς να την πληγώνουν. Κι Ο τροχαίος* στη μέση του δρόμου με την κολλαρισμένη στολή του, το κράνος του που φεγγοβολούσε, φαινόταν να πιάνει τ’ αυτοκίνητα από μιαν αόρατη κλωστή.
    Ως κι οι κοπέλες ήταν διαφορετικές σήμερα, ξυπνημένες θαρρείς από ύπνο θανάτου που τις είχε σκεπάσει με καινούριο πρόσωπο.
    Τ’ αγόρια είχαν παντελόνια στην τρίχα κι έναν αέρα αυτοπεποίθησης.
    Άλλοι κρατούσαν την τσάντα του σχολείου, κι άλλοι τα σύνεργα της δουλειάς• οι εργάτες το κολατσό τους τυλιγμένο σε μια πετσέτα. KΙ ΟΙ γέροι είχαν έναν τρόπο να τον κοιτάζουν λες κι ακόμα θυμόντουσαν πως είχαν περάσει από νέοι.
    Ο Αναστάσης πήδησε σ’ ένα λεωφορείο. Χαμογέλασε στον εισπράχτορα που του έκοψε εισιτήριο και του έδωσε μια θέση που περίσσευε.
    Απ’ το παράθυρο τα σπίτια, με τα σεντόνια γεμάτα ύπνο ακόμα, έφευγαν προς τα πίσω.
    Ο ήλιος τα τίναζε με τις άταχτες αχτίδες του. Ένα μικρό αγόρι φάνηκε να κυνηγά το λεωφορείο. Όχι για να το προφτάσει στη στάση, μα για να πηδήξει στον προφυλακτήρα. Όταν κατόρθωσε να το φτάσει και να κρεμαστεί, ο εισπράχτορας σηκώθηκε από τη θέση του και του χτύπησε θυμωμένα το τζάμι.
    «Μπρος, δίνε του». To παιδί έμεινε για λίγο κοιτάζοντας τον εισπράχτορα. Τα χέρια του ήταν πολύ λιγνά, το πρόσωπό του χλομό, κρατιόταν με κόπο.
    Έπειτα έβγαλε στον εισπράχτορα τη γλώσσα του. Την ίδια στιγμή, τρομαγμένο, άφησε τα χέρια του ναξεφύγουν και πήδησε χάμω.
    Ο Αναστάσης είδε το αγόρι να χάνεται στη στροφή του δρόμου. Είχε ακόμα μπρος στα μάτια του τα χέρια του, λιγνά, που πάλευαν να κρατηθούν.
    Κατέβηκε στην επόμενη στάση. Περπάτησε κοιτάζοντας τα σπίτια και τους αριθμούς.

    Ύστερα στάθηκε μπροστά σε μια είσοδο μεγάρου. Διάβασε μια ταμπέλα με κεφαλαία ξεθωριασμένα:
    ΓΡΑΦΕΙΟΝ ΕΥΡΕΣΕΩΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ. Δίστασε, έπειτα προχώρησε, μπήκε κι άρχισε ν’ ανεβαίνει τις σκάλες. Ήταν ατέλειωτες να τις ανεβεί κανείς, μα του άρεσαν. Του άρεσε καθετί που ψήλωνε, που τον ανέβαζε. Όπως τα γράμματα στην αρχή μιας ταινίας. Έφτασε στο έβδομο πάτωμα, έψαξε, ρώτησε, τέλος χτύπησε μια πόρτα. Επειδή δεν πήρε απάντηση, άνοιξε και γλίστρησεαθόρυβα στο εσωτερικό.
    Στο βάθος της κάμαρης μια κοπέλα έγραφε στη γραφομηχανή. Ούτε που σήκωσε τα μάτια της πάνω του. Έγραφε σαν υπνωτισμένη. Χρειάστηκε να πάει να σταθεί πολύ κοντά της για να τόνε δει.
    Είχε δυο μάτια κλουβισμένα σε χοντρούς φακούς, που έμοιαζαν ν’ αποστειρώνουν το φως. Σαν δυο ψάρια μέσα στη γυάλα τους. Ύστερα η μηχανή έπαψε απότομα. «Μια στιγμή παρακαλώ».
    Άνοιξε την πόρτα του διπλανού γραφείου και χώθηκε μέσα. Ξαναγύρισε σχεδόν αμέσως και του είπε με την ίδια απαράλλαχτη φωνή, που έμοιαζε τυπωμένη σε κορδέλα μαγνητοφώνου. «Περιμένετε παρακαλώ. Ο κύριος Διευθυντής είναι απησχολημένος». Ξανάπιασε το γράψιμο. Τα μάτια της δεν κοίταζαν καθόλου τα πλήκτρα. Ήταν από τις τυφλές δακτυλογράφους.
    Ο θόρυβος της μηχανής είχε αποκτήσει τώρα μιαν ένταση και μια πυκνότητα, σα να στριφογύριζε κανένα ελικόπτερο πάνω από το κεφάλι του Αναστάση. Άθελά του χαμήλωσε για να προστατευθεί. Έπεσε σε μια καρέκλα. Προσπάθησε να κρατηθεί ακίνητος, μα κάθε φορά που η κοπέλα πατούσε κανένα πλήκτρο δυνατότερα, τα πόδια του έφευγαν προς τα μπρος, σα να τα βαρούσε κανένας γιατρός με σφυράκι. Ήθελε να τη διακόψει, να της πει πως δεν πείραζε που ο Διευθυντής ήταν απασχολημένος, και ότι θα μπορούσε να ξαναπεράσει. Κι αύριο μέρα ήταν. Μα δεν έβρισκε τρόπο να της μιλήσει. Επειδή δεν μπορούσε να μιλά, να κάθεται ακίνητος, να περιμένει, σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο. Ήταν ένα στενό, δυτικό παράθυρο. Έσκυψε να δει κάτω και ζαλίστηκε. Τον χώριζαν από το έδαφος εφτά ψηλά, θεόρατα πατώματα. Ο αστυφύλακας της τροχαίας ήταν μια τελεία. To κράνος βουλιαγμένο κάτω από τον ήλιο, οι κλωστές στα χέρια του σπασμένες. Ξαφνικά τον Αναστάση τον έπιασε το στομάχι του. Σταύρωσε τα χέρια του γύρω στη μέση κι έσκυψε το κεφάλι. Τα πλήκτρα της μηχανής δούλευαν σε ρυθμό πολυβόλου. Αμέσως ύστερα, ο γνώριμος πονοκέφαλος σφίχτηκε γύρω στο κεφάλι του σαν αρραβώνας.* Άφησε το στομάχι του κι έπιασε το κεφάλι του. Μα ο πόνος, επιδέξιος ξιφομάχος, τον χτυπούσε ύπουλα στο αφύλαχτο μέρος.
    Κοίταξε με αγωνία την κοπέλα.
    Έγραφε ίσια, μονοκόμματη, με τα κλουβισμένα μάτια της σκλαβωμένα πάνω στο χαρτί.
    Μόνο ο κύλινδρος της μηχανής μετατοπιζόταν ολοένα κι αριστερότερα έχοντας μια τάση να
    τρυπήσει τον τοίχο και να περάσει στο γραφείο του διευθυντή.
    Ο Αναστάσης έκανε μερικά βήματα πίσω, κι
    ήρθε να στηριχθεί πάνω στην πόρτα. Για μερικά δευτερόλεπτα έμεινε εκεί με το πρόσωπο τσαλακωμένο, τα
    χέρια κλεισμένα σε γροθιές. Ύστερα έκανε απότομη στροφή, άνοιξε την πόρτα κι, αφήνοντάς την ορθάνοιχτη,
    πετάχτηκε έξω.
    Μ. Κουμανταρέας, Τα µηχανάκια, Κέδρος
    τροχαίος: ο αστυνομικός της Τροχαίας
    τυφλές δακτυλογράφοι: όσες δακτυλογραφούν με τυφλό σύστημα
    κλουβισµένα: οι φακοί των γυαλιών παρομοιάζονται με κλουβί των ματιών της δακτυλογράφου
    τυπωµένη σε κορδέλα µαγνητοφώνου: ηχογραφημένη
    αρραβώνας: δαχτυλίδι αρραβώνα
    Β. Ερωτήσεις
    1. Ποιες ήταν οι ψυχοσωματικές αντιδράσεις του Αναστάση από τη στιγμή που η γραμματέας του λέει να
    περιμένει μέχρι να τον δεχτεί ο διευθυντής;
    (μονάδες 5)
    2. Να χωρίσετε το κείμενο σε νοηματικές ενότητες και να δώσετε από έναν πλαγιότιτλο στην καθεμιά.
    (μονάδες 5)
    3. α) Να χαρακτηρίσετε τη γλώσσα του κειμένου.
    Τι παρατηρήσεις έχετε να κάνετε για το λεξιλόγιο; Να
    γράψετε δυο λέξεις που να δικαιολογούν το χαρακτηρισμό που θα δώσετε στο λεξιλόγιο.
    β) Να εντοπίσετε δύο μεταφορές και δύο παρομοιώσεις και να εξηγήσετε τη σημασία των
    παρομοιώσεων.
    (μονάδες 5)
    4. α) Αφού περιγράψετε τη διάθεση του Αναστάση από τη στιγμή που ξυπνάει μέχρι την είσοδό του στο
    Γραφείο ευρέσεως εργασίας, να εξηγήσετε πού οφείλεται αυτή.
    β) Πώς θα χαρακτηρίζατε τη στάση της γραμματέως απέναντι στον Αναστάση και τι προκαλεί αυτή στο
    νεαρό;
    (μονάδες 5)
    Ο Διευθυντής

    ΓΡΑΠΤΕΣ ΠΡΟΑΓΩΓΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣΠΕΡΙΟΔΟΥ ΜΑΪΟΥ ΙΟΥΝΙΟΥ 2008

    ΤΑΞΗ Β΄ΜΑΘΗΜΑ: ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΑ.

    ΚΕΙΜΕΝΟ
    Γιώργου Ιωάννου, Να ΄σαι καλά, δάσκαλε!Κ.Ν.Λ. Β΄ Γυμνασίου, σς. 32-34, ΟΕΔΒ
    Β.
    ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

    1. Ποια γνώμη είχαν τα παιδιά για τα λαϊκά ήθη και έθιμα του τόπου τους;
    Που οφείλεται και πώς εκδηλώνεται η αλλαγή της στάσης τους;

    2.α. Να χωρίσετε το απόσπασμα του κειμένου σε υποενότητες και να γράψετε έναν πλαγιότιτλο για την καθεμιά.
    β. Να εντοπίσετε τους αφηγηματικούς τρόπους που υπάρχουν και να παραθέσετε ένα χωρίο για την καθεμιά περίπτωση.

    3.α. Ποιος είναι ο αφηγητής, σε ποιο πρόσωπο αφηγείται και ποιος είναι ο τόπος και ο χρόνος της αφήγησης;
    β. Να επιλέξετε και να γράψετε πέντε (5) διαφορετικά σχήματα λόγου.

    4.α. Στο διήγημα συγκρίνονται δύο μοντέλα σχολικής διδασκαλίας.
    Ποια είναι αυτά και ποιο προβάλλεται ως καλύτερο;
    β. Περιγράψτε την προσωπικότητα του καθηγητή κάνοντας αναφορές στο κείμενο.

    Θέματα γραπτών ανακεφαλαιωτικών εξετάσεων περιόδου Μαΐου-Ιουνίου 2008

    Τάξη: B΄Μάθημα: Νεοελληνική ΓραμματείαΕισηγητές:

    Α΄ ΚΕΙΜΕΝΟ: Άννα Φρανκ, «Από το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ»

    Β΄ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ:

    1. Να σχολιάσετε το νόημα της παρακάτω φράσης:
    «Ποιος άλλος θα διαβάσει ποτέ αυτές τις επιστολές εκτός από μένα;»

    2. α) Σε ποιο λογοτεχνικό είδος ανήκει το απόσπασμα;
    Στηρίξτε την απάντησή σας σε στοιχεία μέσα από το κείμενο.
    β) Να χωρίσετε το κείμενο σε ενότητες και να δώσετε έναν πλαγιότιτλο σε καθεμιά.

    3. Ποια είναι η Κίτυ και γιατί καταφεύγει σ’ αυτή η Άννα;

    4. Ποια αισθήματα έχει για τον πατέρα της η Άννα;
    Ποια παράπονα διατυπώνει η Άννα για τη στάση του πατέρα της απέναντί της;
    Να αναφέρετε τα σχετικά χωρία του κειμένου.
    Λαμία 30-5-2008 Ο Δ/ντής Οι εισηγητές

Leave a Reply

You must be logged in to post a comment. Login »